Το εβδομαδιαίο free press για το βιβλίο Bookmarks παρουσιάζει και προτείνει τέσσερεις νέες κυκλοφορίες. Για περισσότερες παρουσιάσεις και άρθρα σχετικά με το βιβλίο, αναζητήστε το περιοδικό Bookmarks ή επισκεφθείτε την ηλεκτρονική σελίδα www.e-bookmarks.gr.

Και το τέλος πάντα κοντά
Χρήστος Τερζίδης (Κέδρος, 2009)
Τον Χρήστο Τερζίδη μόλις χτες τον γνώρισα ως συγγραφέα (μόλις χτες ξεκίνησα άλλωστε την ανάγνωση του βιβλίου), αλλά ως προσωπικότητα των μουσικών δρώμενων της χώρας το γνώριζα από τις αρχές των εφηβικών μου χρόνων, εκεί στα τέλη του 90’, που και εγώ ανάμεσα σε fanzine και ανεξάρτητα μουσικά ακούσματα προσπαθούσα να χτίσω μια προσωπικότητα, ένα προσωπικό ύφος.
Είναι λοιπόν περίεργο να πρέπει να κρίνεις τους ήρωες των εφηβικών σου χρόνων και μάλιστα για κάτι που δε τους φανταζόσουν να κάνουν, ούτε τότε, που έψαχνες είδωλα και μεγαλοποιούσες το κάθε τι που ξέφευγε από το πεζό, από το καθημερινό.
Παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να μιλήσω για το βιβλίο και μόνο αυτό. “ Ένα πολιτικο-κοινωνικό θρίλερ για το ρατσισμό και το σύγχρονο δουλεμπόριο και τα όρια μεταξύ ατομικής δράσης και τρομοκρατίας” μας λέει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο. Ναι, φυσικά και υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία, αλλά νομίζω πως λειτουργούν ως όχημα-πρόφαση για μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Αυτοβιογραφικό σίγουρα, μας ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη του χτες και του σήμερα, στην όμορφη Θεσσαλονίκη της Ροκ μουσικής και των ξενυχτιών, αλλά και στη Θεσσαλονίκη των ουσιών, του εμπορίου λευκής σάρκας, της ξενοφοβίας, του φασισμού και των κόμπλεξ.
Μέσα σε αυτά, και επηρεασμένος ή ακόμα ακόμα χαραγμένος από τον περσινό Δεκέμβρη, ο ίδιος ο Τερζίδης χρησιμοποιεί το μελάνι της πέννας του(ή του PDA που ειρωνικά βάζει τον ήρωα του να χρησιμοποιεί), για να εξομολογηθεί τα άγχη και της αγωνίες του για το σήμερα και το αύριο. Που βαδίζει ο καθένας ξεχωριστά, αλλά και όλοι μαζί; Τι αντίκτυπο έχει το πέρασμα του χρόνου, αλλά και οι τόνοι “σκουπιδιών” που τρώμε καθημερινά;
Και στην τελική τι συμβαίνει αν ξυπνήσουμε μια μέρα από το λήθαργο και δεν αναγνωρίσουμε αυτόν τον τύπο που μας κοιτάει μέσα από τον καθρέπτη; Τι συμβαίνει όταν η σπίθα ανάψει μέσα σε ένα εθνικιστικό παραλήρημα παραμονές μιας 17ης Νοέμβρη, στην πόλη που έζησες, αγάπησες ερωτεύτηκες και που τώρα πια αγαπάς να μισείς:
Την απάντηση τη δίνει ο Τερζίδης, αλλά και ο Διονύσης Τσακνής στο δικό του Νοέμβρη του 90’ που είναι νομίζω το κατάλληλο σάουντρακ για αυτό το βιβλίο μιας και “τα όνειρα των εραστών δε σβήνουν” τελικά, ευτυχώς.
ΥΓ: Κοιτάζω το κείμενο και παρατηρώ πως μόνο κριτική δεν έκανα. Δεν πειράζει, να ‘στε καλά παιδικοί μου ήρωες. Δε με παίρνει να σας αγγίξω, απλά σιγουτραγουδώ κι εγώ: “Νοέμβρης ήταν τη χρονιά που εδώ γινόταν του χαμού…”.
Δημήτρης Γκιούλος
Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης
Λουίς Σεπούλβεδα (Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης) (Opera, 1996)
Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010 και θα έλεγα ότι προοιωνίζει μια πολύ καλή αναγνωστική χρονιά. Είναι μια νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα (125 σελίδες) και για λίγες ώρες θα σας ταξιδέψει στα δάση του Αμαζονίου, στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Από τη μία οι πρωτόγονοι και απλοϊκοί ιθαγενείς και από την άλλη ο πολιτισμένος άνθρωπος που καταφθάνει μέσα σε ατμόπλοια, κραδαίνει πυροβόλα και κουβαλά σφραγίδες και βουλοκέρια εξουσίας.
Σε αυτό το πολιτιστικό απώτατο όριο, τα χνώτα λευκών και μιγάδων ανακατεύονται, δημιουργώντας μία υγρή ατμόσφαιρα, πρόσφορη για ανάπτυξη ιστοριών με χρώμα σουρεαλιστικό, σχεδόν μεταφυσικό. Όποιος είχε την τύχη να διαβάσει Μάρκες καταλάβει για τι ακριβώς μιλάω, άλλωστε σε κάθε σελίδα που διάβαζα διαπίστωνα πόσο κοντά στο πνεύμα του μεγάλου δασκάλου κινείται ο Σεπούλβεδα. Ίδια συνταγή πολυσχιδών περιγραφών, κλασικά ονόματα σιδηρόδρομοι και σκηνές που διαπνέονται από ίσες δόσεις ειρωνείας και παλαβομάρας. Αν ανήκετε σε όσους παράτησαν απαυδισμένοι το «Εκατό χρόνια μοναξιά», τότε αξίζει να δοκιμάσετε την τύχη σας με το «Ένα γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης».
Κλασικό δείγμα λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας από έναν συγγραφέα που τα βιβλία του διαδίδονται όλο και περισσότερο από στόμα σε στόμα τα τελευταία χρόνια. Η υπόθεση δεν είναι τόσο σημαντική, όσο η εποχή και οι χώρες που περιγράφονται. Ένα θηλυκό αιλουροειδές διψασμένο για εκδίκηση, αρχίζει να επιτίθεται στους πιονέρους που ζούνε στις όχθες του Αμαζονίου. Για να δώσει λύση η τοπική εξουσία, αναγκάζεται να στραφεί στον σοφό γέρο, που διαβάζει μανιωδώς βιβλία με ιστορίες αγάπης και έχει ζήσει τη μισή ζωή του ως ιθαγενής. Νομίζω ο γέρος πρωταγωνιστής να είναι ο άνθρωπος που ο Σεπούλβεδα θα ήθελε να είναι.
Γιάννης Πλιώτας
Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης
Ίταλο Καλβίνο (Μτφ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης) (Καστανιώτης, 2009)
Ένα βιβλίο γραμμένο από έναν σύγχρονο κλασικό πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, επανεκδίδεται, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε αναθεωρημένη μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Πυρήνας του έργου είναι η απόλαυση της ανάγνωσης και βασικό του όχημα η διακειμενικότητα. Ο Αναγνώστης και η Αναγνώστρια αναδεικνύονται σε βασικούς πρωταγωνιστές, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αφηγηματολογίας, κατά την περίοδο συγγραφής του έργου, από την προθετικότητα στην πρόσληψη.
Και πράγματι, το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο που χαϊδεύει τρυφερά το ναρκισσισμό του αναγνώστη και αυξάνει το βαθμό συνενοχής του στην πράξη της συγγραφής. Πρόκειται για αφηγηματική οδύσσεια που συντίθεται από δέκα εναρκτήρια κεφάλαια ετερόκλητων ιστοριών που δεν τελειώνουν ποτέ και αποτελούν την πρώτη ύλη μιας ερωτικής περιπέτειας, αλλά και την ίδια την ουσία της αναγνωστικής ερωτικής περιπέτειας. Μια ματιά στους τίτλους των κεφαλαίων δίνει την εντύπωση μιας ακόμα αφήγησης εντός της αφήγησης: Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης/ Έξω από τον οικισμό του Μάλμπορκ/ Σκύβοντας στην άκρη της απόκρημνης πλαγιάς/ Χωρίς το φόβο του ανέμου και του ιλίγγου/ Κοιτάζει χαμηλά εκεί όπου οι σκιές πυκνώνουν/ Σ’ ένα δίκτυο γραμμών που τέμνονται/ Πάνω σ’ ένα χαλί από φύλλα που φωτίζονται από το φεγγάρι/ Γύρω από ένα άδειο χαντάκι/ Ποια ιστορία εκεί κάτω περιμένει ένα τέλος;
Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας, φιλοτεχνώντας σε κάθε κεφάλαιο μια εντυπωσιακή μικρογραφία ενός διαφορετικού υφολογικά μυθιστορήματος, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα στέρεο και συμπαγές ενιαίο μυθιστόρημα με τη μέθοδο της επικόλλησης, κατασκευάζοντας ένα δαιδαλώδη λαβύρινθο, χωρίς ωστόσο να αποθαρρύνει τον αναγνώστη να αναζητήσει την έξοδο• αντιθέτως, η διαρκής αίσθηση εκκρεμότητας και αναμονής, αλλά κυρίως η αναγνώριση του ίδιου του του εαυτού μέσα στις σελίδες του βιβλίου λειτουργούν προτρεπτικά ούτως ώστε να συνεχίσει την ανάγνωση μέχρι το τέλος.
Στέλλα Πεκιαρίδη
Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί
Κωνσταντίνος Μίσσιος (Διόπτρα, 2009)
Καμιά σχέση με το Χρόνη Μίσσιο; Μπα. Μετά την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων Η νύχτα της λευκής Παπαρούνας μπορούμε πια και τους ξεχωρίζουμε χωρίς πρόβλημα. Το δεύτερο αυτό βιβλίο του Κωνσταντίνου ανήκει στο φάνταζι κι είναι κυριολεκτικά ένα λογοτέχνημα. Έχει καταπληκτική γλώσσα, απίθανη ατμόσφαιρα, αληθοφανείς χαρακτήρες με πραγματικά κίνητρα (πράγμα σπάνιο στην ελληνική λογοτεχνία γενικώς κι όχι μόνο τη φανταστική) κι ωραίες, πρωτότυπες ιδέες, κάποιες από τις οποίες είναι κρίμα που δε χρειάζεται να αναπτυχθούν περισσότερο. Το κομμάτι της περιπλάνησης μέσα στο Κόκκινο Δάσος και το Δάσος του Ύπνου είναι μια μαγευτική περιπέτεια, που θα μπορούσε (κι ας με λυντσάρετε για ιεροσυλία) να συγκριθεί με κείμενα του Ρόμπερτ Χάουαρντ. Η συνάντηση με το δαίμονα είναι τόσο τρομακτική που πραγματικά δένει κόμπο το στομάχι. Οι περιγραφές της μαγείας είναι ονειρικές κι αφήνουν το κεφάλι του αναγνώστη γεμάτο με κουδουνάκια και φώτα. Οι χαρακτήρες είναι σκιαγραφημένοι όχι αδρά αλλά ούτε και με εξουθενωτική λεπτομέρεια κι αυτό κάνει τον αναγνώστη να μπει πίσω από τη μάσκα του καθενός τους και να ψυχανεμιστεί περισσότερο παρά να καταλάβει συνειδητά το γιατί πράττουν αυτά που πράττουν.
Τα μειονεκτήματά του; Μικρές ατέλειες στη γραφή, που περιορίζονται στο πρώτο τέταρτο του βιβλίου. Η απουσία κάποιου δηλωτικού της οπτικής γωνίας κάποιες φορές προκαλεί προσωρινή σύγχυση. «Εισαγωγές» εξωτικών αντικειμένων από τη μέση του βιβλίου και μετά εντείνουν την αίσθηση της σταδιακής ανάπτυξης του κόσμου τόσο μέσα στο μυαλό του συγγραφέα όσο και στο χαρτί. Υπάρχει επίσης μια κάποια ανισότητα στη δομή του βιβλίου. Το πρώτο μισό είναι «μοντέρνα» γραμμένο, ακολουθώντας την ζωή του Λέκγουελ ως σκλάβου ερωτικού συντρόφου. Το κομμάτι που περιγράφει τις περιπλανήσεις του έχει ελαφρά συγκεχυμένο ύφος, αν και αυτό τονίζει τη φάση αναζήτησης (εσωτερικής και εξωτερικής) του ήρωα. Και το τέλος εξελίσσεται σε μια καθαρόαιμη «κλασσική» περιπέτεια.
Τελικά, ο Λέκγουελ ανήκει στα πέντε καλύτερα ελληνικά βιβλία φαντασίας. Κι αυτό στο στόμα κάποιου που έχει διαβάσει πολύ ελληνικό φανταστικό κι αρκετό ξένο, αποτελεί σαφή πρόταση προς ανάγνωση.
Ευθυμία Δεσποτάκη
Βιβλία