Την Κυριακή το απόγευμα, ήμουν με τον κόσμο που απαίτησε με την παρουσία του στο κέντρο της Αθήνας την καταψήφιση του δεύτερου μνημονίου. Πριν τις 6 το απόγευμα περπατούσα στη Σταδίου η οποία ήταν όλη γεμάτη με πυκνό κόσμο από Ομόνοια προς Σύνταγμα, με τις δύο πλατείες επίσης ασφυκτικά γεμάτες. Από ότι μου είπαν φίλοι, κόσμος πολύς υπήρχε και στη Μητροπόλεως αλλά και στην Πανεπιστημίου.
Μου έκανε εντύπωση η σύνθεση ηλικιακά αλλά και... από φάτσες. Πιο πολύ από κάθε φορά ήταν σαν να έβγαινες μια κανονική βόλτα στο Σύνταγμα. Ήταν όλοι στις κανονικές αναλογίες. Νέοι, μεσήλικες, παππούδες και γιαγιάδες, μαμάδες με τα παιδιά τους, οικογένειες, παρέες φίλων μεγαλύτερης ηλικίας που θα έβλεπες σε ένα καλόγουστο καφέ ή σε βιβλιοπωλείο. Πολλοί από αυτούς ήταν βαμμένοι με μαλόξ για τα χημικά άλλοι κρατούσαν στην αγκαλιά μικρά αυτοσχέδια πλακάτ χωρίς κοντάρια. Αυτή ήταν η γενική εικόνα, όχι η περιστασιακή.
Πριν τις 6 ακούστηκαν οι πρώτοι κρότοι από χημικά μπροστά από το προαύλιο της βουλής, χωρίς να έχουμε δει από το μέρος που βρισκόμαστε εκτόξευση αντικειμένων προς το μέρος των αστυνομικών. Μια μητέρα και οι δυο κόρες της (15 χρονών, πάνω-κάτω) άρχισαν να λένε δυνατά «δεν φεύγουμε», κάποιοι κύριοι (πιο παρορμητικοί) άρχισαν να φωνάζουν «ρίξτε κι άλλα, δεν φεύγουμε».
Μετά από δέκα λεπτά περίπου, ήρθε στο μέρος μας (ήμουν με φίλους και μια παρέα από το Twitter) μια κοπελίτσα σε πλήρη πανικό, κατακόκκινη και δακρυσμένη. Ήρθε σε εμάς, εκεί την έβγαλε ο δρόμος μέσα στο πλήθος. Από πίσω ήταν η μητέρα της σχετικά ήρεμη και ένα αγόρι στην ηλικία της ή λίγο πιο μεγάλο, αναστατωμένο αλλά όχι σε πανικό. Της έδωσα λίγο μαλόξ, με κομμένη την ανάσα εκείνη δεν ήξερε που βρισκόταν, έκλαιγε μάλλον και με ρώτησε αν μπορεί να φύγει! Δεν την γνώριζα, δεν την είχα ξαναδεί, τυχαία έπεσε πάνω μας και με ρώτησε αυτό το πράγμα (οι φίλοι που ήμασταν μαζί μπορούν να το επιβεβαιώσουν, κι εμένα απίστευτο μου φαίνεται). Προσπάθησα να την ηρεμήσω και της είπα σαστισμένος "ναι, να φύγεις". Έφυγε με την οικογένειά της στην Καραγιώργη Σερβίας.
Μετά από λίγο φάνηκε η πρώτη διμοιρία που κατέβαινε πολύ προσεκτικά απέναντι από τα ξενοδοχεία. Αμέσως όρμησαν προς το μέρος τους πολλοί, σαν για να τους σταματήσουν. Ήταν κάποιοι που ήδη συγκρούονταν μαζί τους από πιο ψηλά αλλά ήταν και άλλοι που βγήκαν μέσα από τον κόσμο εκείνη την ώρα πιστεύω αυθόρμητα και απροετοίμαστοι. Πιεζόμενοι προς τα πίσω μια κυρία με... μάλωσε: «εσείς που είστε νεότεροι, να μείνετε μπροστά να τους σταματήσετε. Εμείς πάμε πιο πίσω αλλά δεν φεύγουμε». Αυτό ήταν το μονότονο μότο που ακουγόταν παντού: «Δεν φεύγουμε».
Με τα πολλά, βρεθήκαμε στη Σταδίου. Πάρα πολύ αργά, οπισθοχωρούσαμε προς Ομόνοια κάθε τόσο, από την πίεση των ΜΑΤ. Από τη γωνία με το Σύνταγμα ως μέσα στην Ομόνοια εξακολουθούσε να έχει πυκνό κόσμο. Στο μέτωπο της πορείας υπήρχαν αυτοί που συγκρούονταν με τα ΜΑΤ. Νομίζω ότι αν δεν υπήρχε αυτή η ομάδα που απέκρουε τις επιθέσεις, η αστυνομία θα είχε διαλύσει το πλήθος σε 5 λεπτά. Της πήρε 5 ώρες. Κάναμε κάθε τόσο τρία βήματα πίσω και μετά δύο μπροστά, πιέζοντας για να ξαναβρεθούμε στο Σύνταγμα. Βρισκόμουν στο σώμα της πορείας αλλά σχετικά μπροστά και κάθε φορά που το μέτωπο κέρδιζε 2 βήματα, ο κόσμος ακολουθούσε σχεδόν πανηγυρίζοντας, φωνάζοντας και κάνοντας θόρυβο με ότι έβρισκε. Ένα περίεργο αμφίδρομο παιχνίδι ψυχολογίας ανάμεσα στους "συγκρουόμενους" και τους "κανονικούς". Ο κόσμος δεν αποχωρούσε με τίποτα, παρά τον πόλεμο.
Στο πλάι της πορείας σε όλο το μήκος κάποιοι έκαναν καταστροφές. Κάποια στιγμή ένας τύπος περί τα 25 με τζιν και πουλόβερ (όχι τα χαρακτηριστικά μαύρα δηλαδή), άρχισε να ξηλώνει με ένα γκασμά τα μάρμαρα από όλες τις κολώνες με εντυπωσιακή επιδεξιότητα. Ξεχώριζε από κάθε άποψη και κανείς δεν ήταν εμφανώς γνωστός του. Ένας κύριος 45 χρονών με μία επαγγελματική φωτογραφική μηχανή στο χέρι ήρθε από μπροστά και άρχισε να φωνάζει για τον τύπο με τον γκασμά: «Είναι με την αστυνομία, κάνει τις πέτρες για αυτούς, πέτρες πετάνε». Μετά από μισή ώρα ένας άλλος κύριος άκουσε μια συζήτηση που είχαμε για τα δακρυγόνα και περνώντας μας είπε: «Τους έχουν τελειώσει τα χημικά εδώ και ώρα, πετροπόλεμο κάνουν». Όταν μετά τις 10 επέστρεψα σπίτι μου, είδα ότι στην τηλεόραση έλεγαν ότι όντως τελείωσαν τα χημικά.
Στις συνθήκες αυτές νομίζω ότι όλα είναι ανάμικτα. Υπήρχε ο μεγάλος όγκος που έτρωγε τη βροχή από δακρυγόνα απτόητος. Υπήρχαν οι "συγκρουσιακοί" που ήταν αυτή τη φορά "με την κοινωνία" (ή η κοινωνία ήταν μαζί τους;). Ήταν πολλοί και προστάτεψαν την πορεία. Πιθανώς να υπήρξαν μέσα σε αυτούς και αρκετοί που απλώς βρέθηκαν στη μάχη και "χόρεψαν". Προφανώς υπήρχαν αυτοί που έβγαζαν τυφλή οργή με καταστροφές αλλά και εκείνοι που καίνε και σπάνε για πλάκα. Μπορεί ακόμα και να υπήρξαν οι βαλτοί που κατέστρεψαν για άλλους λόγους.
Την επόμενη μέρα, πέτυχα σε δελτίο μια από τις σπάνιες στιγμές επαφής με την πραγματικότητα. Ένας καταστηματάρχης που είχε υποστεί ζημιές έλεγε: «Δεν έσπαγαν και κατέστρεφαν κουκουλοφόροι. Παιδιά σαν τα δικά σας και τα δικά μου ήταν». Όταν τον ρώτησε η παρουσιάστρια του δελτίου για το ρόλο της αστυνομίας, της απάντησε «κοιτάχτε, η πορεία ήταν πολύ μεγάλη, δεν ελεγχόταν»". Οι καθιερωμένες διαπιστώσεις καθιερωμένου "αναλυτή" περί της καθιερωμένης "έλλειψης συντονισμού" πέρασαν και δεν άγγιξαν. Η αλήθεια είχε ειπωθεί από αυτούς που ζουν και εργάζονται με τον κόσμο.
Κατά τη γνώμη μου από όσα είδα, η διαφορά της συγκέντρωσης της Κυριακής (εκτός από το πολύ μεγάλο μέγεθος) ήταν ότι ο κόσμος ήταν αποφασισμένος να μείνει εκεί και μάλιστα σε σύμπνοια, παρά την επιχείρηση διάλυσής του. Με τόσο κόσμο να μην εγκαταλείπει το χώρο, η αστυνομία δεν μπορούσε (και δεν θα μπορεί μάλλον στο εξής) να επιχειρήσει με τον καθιερωμένο της τρόπο.
Για κλείσιμο οι πρώτες γραμμές του άρθρου της Guardian την επαύριο των γεγονότων, με τίτλο "H Ελλάδα κείται πτωχευμένη, ταπεινωμένη και φλεγόμενη. Τέλειωσε το λίκνο της Δημοκρατίας;"
Η Ελλάδα ξεφορτώθηκε τη στρατιωτική δικτατορία τον Ιούλιο του 1974. Όμως σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, καθώς η χώρα βρίσκεται σε κρίση χρέους που μερικοί μπορεί να πουν ότι είναι εξίσου σκοτεινή με την περίοδο της δικτατορίας, είναι ακόμα αδύνατο να διαμαρτυρηθείς στο λίκνο της δημοκρατίας.
φωτογραφία: crisisphotostories.blogspot.com








Μετά από είκοσι χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, και με το αιτιολογικό της απόκλισης από το "απαιτούμενο όριο ενσήμων" κατά την περίοδο 2007-08, ο αλβανικής καταγωγής δημοσιογράφος Νίκο Άγκο, απελαύνεται από τη χώρα. Ο δημοσιογράφος είχε την τελευταία περίοδο βρεθεί στο[…]
Σε ανακοίνωσή της, η Διεθνής Αμνηστία, κατηγορεί την ελληνική πολιτεία για το στιγματισμό, αλλά και την ποινικοποίηση, ατόμων που ζουν με τον ιό HIV, με τη δημοσίευση ονομάτων και φωτογραφιών 29 ιερόδουλων οροθετικών. Χαρακτηρίζοντας την πρακτική αυτή και αναποτελεσματική, εκτός[…]
Ο Γιάννης Βαρουφάκης, καθηγητής του παν/μιου Αθηνών συνομιλεί με τον Andrew Brady, εκπρόσωπο της Union Solidarity International, για τις ρίζες της κρίσης και το μέλλον της Ελλάδας. Για να ακούσεις κλίκαρε εδώΗ USi είναι μια οργάνωση στηριζόμενη από τα μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα[…]