Ένας νέος όρος που έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια στο σύγχρονο επιχειρείν είναι το crowdsourcing. Με απλά λόγια, crowdsourcing είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο βάσει του οποίου μία εταιρεία ανατρέχει στον απλό κόσμο προκειμένου να κάνει κάποιο μέρος της δουλειάς της ή να βρει λύση σε κάποιο πρόβλημα. Για παράδειγμα, crowdsourcing έκανε η Lacta με το Love in Action, όπου ζητούσε από τον κόσμο να υποβάλλει σενάρια και να επιλέξει πρωταγωνιστές για μία ταινία αγάπης.
Όπως μπορεί να φανταστεί ο καθένας, το διαδίκτυο είναι το πλέον πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή αυτού του μοντέλου. Αυτό ακριβώς πρέπει να είχαν στο μυαλό τους οι Johan Vosmeijer, Dagmar Heijmansκαι Pim Betist (οι δύο πρώτοι πρώην στελέχη της Sony/BMG) , όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν το SellaBand τον Αύγουστο του 2006.
Γίνε κι εσύ μουσικός παραγωγός!

Το SellaBand μας αυτοσυστήθηκε το 2006 με το ρητό "We believe in the freedom of music" και όπως μπορείτε να μαντέψετε, αντικείμενο ενδιαφέροντός του είναι η μουσική. Είναι μία ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία όποιος θέλει μπορεί να εγγραφεί είτε ως καλλιτέχνης (artist) είτε ως θαυμαστής (believer). Οι καλλιτέχνες μπορούν να διαχειριστούν μία σελίδα προφίλ στην οποία έχουν τη δυνατότητα να δημοσιεύουν νέα τους, να αναρτούν videos και μουσικά κομμάτια τους ή -και εδώ κρύβεται όλη η δυναμική του SellaBand- να ξεκινήσουν έναν «έρανο», προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την ηχογράφηση της επόμενης δουλειάς τους, χωρίς να χρειαστεί να υπογράψουν δεσμευτικά συμβόλαια με κάποια δισκογραφική εταιρεία.
Φυσικά, αυτό δε σημαίνει επ' ουδενί ότι το αποτέλεσμα θα είναι ερασιτεχνικό: το SellaBand συνεργάζεται με μεγάλους παραγωγούς όπως οι Tony Platt (AC/DC, Bob Marley), Attie Bauw (Scorpions, Judas Priest), Peter Denenberg (Spin Doctors, Deep Purple), Steve Bush (Stereophonics, Corinne Bailey Rae), Mick Glossop (Van Morrison, Waterboys), Malcolm Burn (Patti Smith, Emmylou Harris) και Greg Haver (Manic Street Preachers, Super Furry Animals).
Το σύστημα λειτουργεί ως εξής: ο καλλιτέχνης κάνει μία εκτίμηση του κόστους της ηχογράφησης, (π.χ. $50.000). Τα χρήματα αυτά τα κατακερματίζει σε κομμάτια -parts, στην ορολογία του SellaBand. Για παράδειγμα, το παραπάνω ποσό μπορεί να χωριστεί σε 2000 parts των $25, σε 5000 parts των $10 κ.ο.κ.
Τα parts αυτά στη συνέχεια διατίθενται προς πώληση, και οποιοδήποτε εγγεγραμμένο μέλος της κοινότητας μπορεί να αγοράσει όσα επιθυμεί. Συνήθως, με την αγορά ενός part ο χρήστης εξασφαλίζει ένα αντίτυπο του άλμπουμ που πρόκειται να ηχογραφηθεί, ενώ με την αγορά περισσότερων parts επιβραβεύεται με επιπλέον δώρα, όπως συλλεκτικές εκδόσεις, εισιτήρια για συναυλίες, ποσοστά επί των πωλήσεων και ότι άλλο φανταστεί και θεσπίσει ο καλλιτέχνης.
Το πρώτο συγκρότημα μεγάλου βεληνεκούς που πήρε την απόφαση να ηχογραφήσει το επόμενο άλμπουμ του μέσω του SellaBand ήταν οι Public Enemy, οι οποίοι έθεσαν το φιλόδοξο στόχο της συγκέντρωσης $250.000 στις αρχές του Οκτωβρίου του 2009. Το ποσόν ήταν πολύ υψηλό για την όχι και τόσο mainstream κοινότητα του Sellaband. Όταν όμως, λίγους μήνες αργότερα, οι Public Enemy έκαναν μία γενναία αναδιάρθρωση του project και μείωσαν το ποσόν στις $59.100, τα χρήματα μαζεύτηκαν αμέσως. Το album βρίσκεται στη φάση της παραγωγής αυτή τη στιγμή.
Τον Νοέμβριο του 2010 το Sellaband προτιμήθηκε και από άλλον έναν γνωστό καλλιτέχνη: τον frontman των Korn, Jonathan Davis.
Αν και τα ηχηρά ονόματα που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα του Sellaband είναι προς το παρόν λίγα, δεν ισχύει το ίδιο για τους μικρούς ανεξάρτητους καλλιτέχνες που το χρησιμοποιούν για να χρηματοδοτήσουν τα σαφώς πιο οικονομικά σχέδιά τους. Η συνέχεια αναμένεται ενδιαφέρουσα.
Το τέλος μιας εποχής, η αρχή μιας καινούριας
Κάποτε ο Kurt Cobain ρωτήθηκε για το λόγο που οι Nirvana έφυγαν από τη μικρή πλην τίμια Sub Pop Records και υπέγραψαν με τον δισκογραφικό κολοσσό DGC. Η απάντηση ήταν ότι «δε θέλαμε οι οπαδοί μας να δυσκολεύονται να βρουν τους δίσκους μας όπως δυσκολευόμασταν εμείς, όταν ψάχναμε για τα αγαπημένα μας συγκροτήματα σε μικρά δισκοπωλεία της επαρχίας».
Οι εποχές έχουν πλέον αλλάξει, και εδώ και αρκετά χρόνια ο καθένας μπορεί να βρει -νόμιμα ή παράνομα- όποιο τραγούδι επιθυμεί μέσω του διαδικτύου, καθιστώντας τους μεσάζοντες διανομείς και πωλητές αχρείαστους.
Τώρα το SellaBand απειλεί να βγάλει εκτός χορού και τις μεγάλες δισκογραφικές, δημιουργώντας μία άμεση σχέση μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού, από την οποία βγαίνουν κερδισμένοι και οι δύο! Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι, για ένα άλμπουμ που πωλείται μέσω κάποιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας, ένα μέσο κέρδος για τον καλλιτέχνη είναι 1-2€ ανά πώληση, για CD που πωλούνται έναντι τουλάχιστον 10€ στα δισκοπωλεία. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι με τον παραγκωνισμό των δισκογραφικών, αυξάνεται το περιθώριο κέρδους των καλλιτεχνών ενώ παράλληλα μειώνεται και το τελικό κόστος του άλμπουμ. Μαγικό, έτσι δεν είναι;

Μουσική
11 Δεκέμβριος 2010
Commandate Salatista